ΑΡΧΙΚΗ / ΠΡΟΣΩΠΑ / ΜΑΡΤΥΡΕΣ / Φώτης Παπαχρήστος

Φώτης Παπαχρήστος

– Του πήραν τη ζωή και τον άφησαν δίχως τάφο…

– Συζητώντας με τον Βαγγέλη Παπαχρήστο, γιο του εθνομάρτυρα Φώτη Παπαχρήστου

Περισσεύουν τα τραγικά γεγονότα της άραχλης περιόδου της ενβεριανής δικτατορίας. Η εικόνα της, με τους απηνείς  διωγμούς του προοδευτικού στοιχείου, όλων εκείνων που ο Αργυροκαστρίτης Σατανάς φοβόταν μην κλονίσουν τα αιματοβαμμένα θεμέλια της εξουσίας του, μιας εξουσίας που βασιζόταν πάνω στο ψέμα και την υποκρισία, πάνω στη βία και την τυραννία, πάνω στη στέρηση της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μα κυρίως πάνω στις εξορίες, φυλακίσεις και απαγχονίσεις, δεν θα σβήσει εύκολα από τη μνήμη των ανθρώπων που την έζησαν.

Προκειμένου  να εκφοβίσει τον λαό και να ελέγχει τους σκλάβους του, εκτός των άλλων διαβολικών «κατορθωμάτων», ανακάλυψε και την τρομερή λαίλαπα, την πάλη των τάξεων, που έβαζε τον άνθρωπο να μισεί τον συνάνθρωπό του, να μην  τον πλησιάζει, χειρότερα ακόμα και από τις εποχές των τρομερών επιδημιών της χολέρας, της ευλογιάς  και της λέπρας.

Μ’ αυτά τα θυμωμένα λόγια, σαν τα αφρισμένα νερά της Μπίστριτσας,  ξεσπά ο Βαγγέλης Παπαχρήστος, γιος του αείμνηστου Φώτου  Παπαχρήστου και αφηγείται ατέλειωτα περιστατικά, που χρειάζονται τόμοι ολόκληροι για να χωρέσουν. Το περιστατικό που ακουλουθεί, έχει να κάνει με τη δική του οικογένεια. Οχι πως άλλες οικογένειες, μάλιστα πολλές,  δεν είχαν τέτοια τραγικά βιώματα απ’ την  απάνθρωπη πάλη των τάξεων, που σημάδεψε με καυτό σίδηρο την ψυχή των ανθρώπων μας και την ιστορία του τόπου μας. Είναι όμως ένα ιδιαίτερα συγκλονιστικό βίωμα μέσα απ’ το οποίο  η σημερινή γενιά -αλλά και οι μελλούμενες γενιές- θα καταλάβει μέχρι πού έφθασε ο σατανικός νους του δικτάτορα και πέτυχε  συνάνθρωποί μας να γίνουν άβουλα τυφλά όργανα της καταπιεστικής ανθρωποφάγας μηχανής του.

Διαβάστε την αφήγηση του «κουλακόπαιδου»:

«…Η εντολή να βγάλει το κάθε χωριό τουλάχιστον από έναν κουλάκο έφθασε και στο χωριό μας, το Υμερεφέντι, ένα χωριό του Βούρκου, στον νομό των Αγ. Σαράντα. Η κομματική οργάνωση του χωριού, με αγράμματους ανθρώπους στο σύνολό της, στοχοποίησε τον πατέρα μου, τον Φώτη Παπαχρήστο. Ανθρωπος μορφωμένος, δάσκαλος το επάγγελμα, γιος και εγγονός ιερέων, που μπόρεσαν να χτίσουν ένα δίπατο σπίτι, ν’ αγοράσουν μερικά χωράφια και να ζήσουν σαν άνθρωποι.

Ενα μήνα προτού ανακηρύξουν τον πατέρα μου κουλάκο, ο γραμματέας της οργάνωσης με δύο άλλους μπράβους και τον αστυνόμο της περιοχής εισέβαλαν στο σπίτι τη νύχτα, όταν η οικογένεια κοιμόταν. Νύχτα και μέσα στο σκοτάδι, όπως η ίδια η ψυχή τους, άρχισαν να ψάχνουν για  χρυσά (;!), που κατά την άποψή τους έπρεπε να είχε αυτό το «βουλωμένο» σπίτι. Σαν αναποδογύρισαν όλο το σπίτι και αφού έλεγξαν ακόμα και τις γυναίκες και δεν βρήκαν τίποτε, πήραν μαζί τους τον πατέρα μου. Τον οδήγησαν μεσάνυχτα στο σπίτι του γραμματέα, όπου για δύο μερόνυχτα τον κράτησαν δεμένο, άυπνο, νηστικό,  πιέζοντάς τον με κάθε τρόπο (που μόνον οι κομμουνιστές γνώριζαν) να αποκαλύψει  πού είχε κρυμμένα τα χρυσά, που δεν βρέθηκαν…»

Η τραγική ιστορία εξελίχθηκε ως εξής:

Στο σπίτι του γραμματέα έτρωγαν, έπιναν και «έπαιζαν» με την τύχη ενός σιδηροδέσμιου, μα αγέρωχου ανθρώπου. Στο άλλο σπίτι, έκλαιγαν και οδύρονταν, γιατί δεν γνώριζαν τίποτε για την τύχη του δικού τους ανθρώπου.

Κρατώντας  στο μανίκι τον «άσο», της μη υποταγής του ανθρώπου αυτού και της μη αποκάλυψης του κρυψώνα με τα χρυσά, τον… άφησαν αλλά ύστερα από ένα μήνα τον έβγαλαν κουλάκο. Δύο μέρες μετά, τον κάλεσαν στην αστυνομία των Αγ. Σαράντα. Το βράδυ δεν επέστρεψε στο σπίτι. Η οικογένειά του ανησυχούσε. Το πρωί της άλλη μέρας, δύο κυνηγοί από την Κρανιά τον βρήκαν πνιγμένο στην άκρη της Μπίστριτσας. Στο κεφάλι διακρινόταν μια βαθιά πληγή από χτύπημα (;!).

v-papaxristos

 

Κι ο Βαγγέλης συνεχίζει:

«Λυπήθηκαν οι καλοί άνθρωποι, για τον πατέρα μου, που τον γνώριζαν και τον εκτιμούσαν σε ολόκληρη την περιοχή, και ένας εξ αυτών έτρεξε να ειδοποιήσει τις αρχές του κοντινού χωριού. Ο δεύτερος έμεινε με τον νεκρό πατέρα μου. Σε λίγο, εμφανίστηκε απ’ το πουθενά ο άνθρωπος της Σιγκουρίμι. Ηταν ο άνθρωπος με τη βαθιά ουλή στο δεξί μάγουλο,  ο ασφαλίτης Σπύρος Κλίμης που είχε στη δικαιοδοσία του την περιοχή μας. Με το αυτόματο στον ώμο και κορδωμένος μπροστά στον νεκρό, τον κοίταξε με μίσος. Πλησίασε κοντά του, χαμογέλασε, όπως χαμογελούν οι νικητές που βλέπουν μπροστά τους το θήραμα, και τον χτύπησε δυνατά  στο κεφάλι με την στρατιωτική μπότα. «Επιτέλους ψόφησες, σκύλαρε!», ξεφώνησε, αφήνοντας να φανούν τα κατακόκκινα δόντια του, που τροχίζονταν για άλλα θηράματα και τον ξαναχτύπησε πιο δυνατά. Μόνον τότε ο αξιοθρήνητος ένιωσε ανακούφιση.

Οταν ο κυνηγός θέλησε να πει κάτι, ο άνθρωπος της ασφάλειας του έριξε μια βλοσυρή ματιά και του είπε: «Κουλάκος είναι, εχθρός του λαού. Μήπως πρέπει να τον αγκαλιάσουμε κιόλας; Και τώρα δίνε του, φύγε,  και μην βγάλεις τσιμουδιά, γιατί η ίδια τύχη σε περιμένει αν… Αυτόν θα τον φάνε τα κοράκια, γιατί κανένας δεν θα τολμήσει να’ρθεί να τον πάρει».

Και αλήθεια κανένας δεν τόλμησε να τον προσεγγίσει. Μόνον ο γεροδεμένος κουνιάδος του τον φορτώθηκε στην πλάτη και τον πήγε στο σπίτι. Η σύζυγος και η κόρη του πάτησαν πέντε χωριά για να βρουν έναν ιερέα να τον κηδέψει  σαν χριστιανό και πάνω απ’ όλα ως παιδί ιερέα. Κανένας δεν είχε το κουράγιο να παραβεί τις απάνθρωπες  εντολές των κομμουνιστών, που υπερέβαιναν τις εντολές του Ευαγγελίου.

Ενώ στο σπίτι μας επικρατούσε θρήνος και σπαραγμός, στα γραφεία της λαϊκής εξουσίας συνεδρίαζε εκτάκτως η κομματική οργάνωση. Υστερα από μισή ώρα μια φωνή, του κοματικού τελάλη, ανακοίνωνε στους χωρικούς:

«Προσοχή! Προσοχή! Ακούστε! Η κομματική οργάνωση, που συγκεντρώθηκε απόψε, αποφάσισε:

1. Ο κουλάκος να μην ενταφιαστεί στο νεκροταφείο του χωριού, αλλά πάνω στη ράχη.

2. Η σορός του να μην περάσει μέσα από το χωριό.

3. Κανένας να μην  παρευρεθεί στην κηδεία του κουλάκου.

4. Αύριο είναι μέρα δουλειάς για όλους».

Την ανακοίνωση την ακούσαμε κι εμείς. Εκείνη η φωνή σκότωνε δεύτερη φορά τον πατέρα μου. Ολους μας. Πιο σκληρή και πιο φαρμακερή ακόμα και απ’ τον φυσικό θάνατο. Ετσι περάσαμε  κείνη τη θλιβερή νύχτα. Την άλλη μέρα, μέσα από τα πουρνάρια και τα παλιούρια, οι άνθρωποι του σπιτιού ξεπροβόδισαν τον πατέρα, στο μοναχικό του κοιμητήριο, πανω στη ράχη, έξω από το νεκροταφείο, χωρίς ιερέα και νεκρώσιμη ακολουθία.

Η οικογένεια μας μπήκε στον μαύρο κατάλογο και η ταξική πάλη έστεκε πάνω απ’ τα κεφάλια μας  σαν η δαμόκλειος σπάθη. Επί μήνες, το σπίτι μας είχε γίνει πεδίο βολής  των μαθητών  από αθώα παιδάκια (αλλά δηλητηριασμένα απ’ την κομμουνιστική χολέρα), που όσες φορές επέστρεφαν από το άναμμα της φωτιάς ή έκαναν πορεία στους δρόμους του χωριού, με την ευκαιρία των εορτών, μια βροχή από πέτρες έπεφτε στο σπίτι μας, στο σπίτι του κουλάκου, με τη μουσική υπόκρουση ενός εξωφρενικού  ρεφρέν:

Ο Ενβέρης με το κόμμα

και ο κουλάκος μες το χώμα.

Βγες, κουλάκε, από τη γη

να δεις τη χώρα που ανθεί…

Αυτό κι αν δεν ήταν τουφεκιά…»

Ακούγοντας τέτοια περιστατικά αναρωτιέται κανείς: «Αλήθεια, συνέβαιναν τέτοια πράγματα στον εικοστό αιώνα;»

Δεύτερο ερώτημα: Είκοσι χρόνια μετά την κατάρρευση της κόκκινης δικτατορίας θα τολμήσει το χωριό, η ΟΜΟΝΟΙΑ, η τοπική αυτοδιοίκηση να δώσει το όνομα του εθνομάρτυρα Φώτη Παπαχρήστου στον κεντρικό δρόμο του χωριού; Θα φτιάξουν επιτέλους ένα μνημείο προς τιμήν του;

Είναι ο φόρος τιμής που οφείλει ο τόπος μας στους μάρτυρές του. Ιδιαίτερα για τους θύτες, συγχωριανούς του και μη, η ύστατη ευκαιρία άφεσης αμαρτιών∙ αν μπορεί να υπάρξει.

Περιοδικό «ΠΡΟΒΟΛΗ» – Πρώτη δiαδυκτιακή δημοσίευση Aftonomi.gr

Share This:

Inline
Inline